αἱμορροϊκός

αἱμο-ρροϊκός, ή, όν,
A belonging to αἱμόρροια, indicating or causing it, Hp.Aph.5.24, cf.Coac.300, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιμορροϊκός — ή, ό (Α αἱμορροϊκός, ή, ὸν) [αἱμόρροια] νεοελλ. 1. αυτός που πάσχει από αιμόρροια 2. ο αιμορροϊδικός* αρχ. αυτός που προκαλεί αιμόρροια ή συνοδεύεται από αιμόρροια …   Dictionary of Greek

  • αἱμορροικά — αἱμορροικός belonging to neut nom/voc/acc pl αἱμορροικά̱ , αἱμορροικός belonging to fem nom/voc/acc dual αἱμορροικά̱ , αἱμορροικός belonging to fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμορροικοῖς — αἱμορροικός belonging to masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμορροικοί — αἱμορροικός belonging to masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμορροικῷ — αἱμορροικός belonging to masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιμόρροια — η (Α αἱμόρροια) ροή αίματος, αιμορραγία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἱμόρροος (= αἱμόρρους). ΠΑΡ. αἱμορροϊκός] …   Dictionary of Greek

  • προαιμορροϊκός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην κατάσταση που προηγείται τής εμμηνόρροιας. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + αιμορροϊκός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.